Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόspezierìa
ουσιαστικό θηλυκό Προσφορά I.P.A.: [spettsjeˈria] 1 καρυκεύματα 2 αρτύματα 3 μπακάλικο 4 παντοπωλείο permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |