Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόsarabànda
ουσιαστικό θηλυκό Προσφορά I.P.A.: [saraˈbanda] 1 φασαρία (μεταφορικά) 2 μεσαιωνικός χορός (σαραμπάντ) permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |