Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόportafògli
ουσιαστικό αρσενικό Προσφορά I.P.A.: [,pɔrtaˈfɔʎʎi] 1 βαλάντιο 2 χαρτοφυλάκιο 3 χαρτοφύλακας 4 πορτοφόλι 5 καρνέ permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |