Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόplèsso
ουσιαστικό αρσενικό Προσφορά I.P.A.: [ˈplɛsso] 1 δίκτυο (νευρικό ή αγγειακό) 2 πλέγμα (ανατομία) permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |