Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


pagliètta  
ουσιαστικό αρσενικό και θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [paʎˈʎetta]

1 χάλκινο αυτί συγκόλλησης συρμάτων
2 παγιέτα
3 πούλια
4 ψήγματα
5 αχυρένιο καπέλο
6 ψαθάκι
7 σύρμα για καθάρισμα κουζινικών


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  paglierino paglietto  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

pagliarolo (ουσ αρσ )
pagliata (θηλ.ουσ)
pagliato (επίθ.)
pagliericcio (ουσ αρσ )
paglierino (επίθ.)
paglietta (ουσ αρσ και θηλ.)
paglietto (ουσ αρσ )
paglino (ουσ αρσ )
paglino (επίθ.)
pagliolo (ουσ αρσ )
pagliuzza (θηλ.ουσ)
pagnotta (θηλ.ουσ)
pago (ουσ αρσ )
pago (επίθ.)
pagoda (θηλ.ουσ)
paguro (ουσ αρσ )
paidologia (θηλ.ουσ)
paillard (θηλ.ουσ)
paillette (θηλ.ουσ)
paio (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---