Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόmeccànica
ουσιαστικό θηλυκό Προσφορά I.P.A.: [mekˈkanika] 1 μηχανισμός 2 μηχανική permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |