Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


incassàre  
ρήμα μεταβατικό και αμετάβατο

Προσφορά I.P.A.: [inkasˈsare]

εισπράττω

incassarsi  
ρήμα μέσο* (αντωνυμιακό)

Προσφορά I.P.A.: [inkasˈsarsi]

1 είμαι εγκλωβισμένος
2 είμαι βαθιά χωμένος σε όρυγμα


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  incassamento incassato  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

incartonare (ρ. μτβ.)
incasellare (ρ. μτβ.)
incasinato (επίθ.)
incassabile (επίθ.)
incassamento (ουσ αρσ )
incassare (ρ. μτβ. και αμετβ.)
incassarsi (ρ.μ. (αντων.))
incassato (επίθ.)
incassatore (ουσ αρσ )
incassatura (θηλ.ουσ)
incasso (ουσ αρσ )
incastellamento (ουσ αρσ )
incastellare (ρ. μτβ.)
incastellatura (θηλ.ουσ)
incastonare (ρ. μτβ.)
incastonatore (ουσ αρσ )
incastonatura (θηλ.ουσ)
incastrare (ρ. μτβ. και αμετβ.)
incastrarsi (ρ.μ. (αντων.))
incastrato (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---