Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


emancipatóre  
αρσενικό επίθετο και ουσιαστικό

Προσφορά I.P.A.: [emanʧipaˈtore]

απελευθερωτής


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  emancipato emancipazione  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

emanazione (θηλ.ουσ)
emanazionismo (ουσ αρσ )
emancipare (ρ. μτβ.)
emanciparsi (ρ.μ. (αντων.))
emancipato (επίθ.)
emancipatore (αρσ. επίθ και ουσ)
emancipazione (θηλ.ουσ)
emangioma (ουσ αρσ )
Emanuele (κύρ.όν. αρσ.)
emarginare (ρ. μτβ.)
emarginato (ουσ αρσ )
emarginato (επίθ.)
emarginazione (θηλ.ουσ)
emartrosi (θηλ.ουσ)
emasculare (ρ. μτβ.)
emasculazione (θηλ.ουσ)
ematemesi (θηλ.ουσ)
ematico (επίθ.)
ematina (θηλ.ουσ)
ematite (θηλ.ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---