Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


dribblàggio  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [dribˈbladʤo]

ντριμπλάρισμα


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  driade dribblare  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

drastico (επίθ.)
drenaggio (ουσ αρσ )
drenare (ρ. μτβ.)
dressage (ουσ αρσ )
driade (θηλ.ουσ)
dribblaggio (ουσ αρσ )
dribblare (ρ. μτβ.)
dribblatore (ουσ αρσ )
drillo (ουσ αρσ )
drink (ουσ αρσ )
dritta (θηλ.ουσ)
dritto (ουσ αρσ )
dritto (επίθ.)
drittofilo (ουσ αρσ )
drive–in (ουσ αρσ )
drizza (θηλ.ουσ)
drizzare (ρ. μτβ. και αμετβ.)
drizzarsi (ρ.μ. (αντων.))
droga (θηλ.ουσ)
drogaggio (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---