Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


biasimévole  
επίθετο

Προσφορά I.P.A.: [bjaziˈmevole]

1 αξιόμεμπτος
2 κατακριτέος
3 αξιοκατάκριτος
4 επιλήψιμος
5 μεμπτός
6 ψεκτός


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  biasimatore biasimo  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

biascicamento (ουσ αρσ )
biascicare (ρ. μτβ.)
biasimabile (επίθ.)
biasimare (ρ. μτβ.)
biasimatore (αρσ. επίθ και ουσ)
biasimevole (επίθ.)
biasimo (ουσ αρσ )
biatomico (επίθ.)
bibasico (επίθ.)
bibbia (θηλ.ουσ)
biberon (ουσ αρσ )
bibita (θηλ.ουσ)
biblico (αρσ. επίθ και ουσ)
bibliobus, bibliobùs (ουσ αρσ )
bibliofilia (θηλ.ουσ)
bibliofilo (ουσ αρσ )
bibliografia (θηλ.ουσ)
bibliografico (επίθ.)
bibliografo (ουσ αρσ )
bibliomane (ουσ αρσ και θηλ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---