Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


bardàre  
ρήμα μεταβατικό

Προσφορά I.P.A.: [barˈdare]

1 ντύνομαι καλά
2 φοράω τα επίσημα ρούχα
3 βάζω ιπποσκευή σε ίππο

bardàrsi  
ρήμα μέσο αμετάβατο

Προσφορά I.P.A.: [barˈdarsi]

ντύνομαι καλά


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  bardana bardatura  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

barcollio (ουσ αρσ )
barcolloni (επίρ.)
barcone (ουσ αρσ )
barda (θηλ.ουσ)
bardana (θηλ.ουσ)
bardare (ρ. μτβ.)
bardarsi (ρ. μ. αμτβ.)
bardatura (θηλ.ουσ)
bardo (ουσ αρσ )
bardolino (ουσ αρσ )
bardotto (ουσ αρσ )
barella (θηλ.ουσ)
barellare (ρ. μτβ. και αμετβ.)
barena (θηλ.ουσ)
bargiglio (ουσ αρσ )
baricentrico (επίθ.)
baricentro (ουσ αρσ )
barico (επίθ.)
barilaio (ουσ αρσ )
barile (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---