Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόasciùtto
ουσιαστικό αρσενικό Προσφορά I.P.A.: [aʃˈʃutto] ξερότοπος asciùtto επίθετο Προσφορά I.P.A.: [aʃˈʃutto] στεγνός (-ή, -ό) permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |