Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικόλιγοστεύω
ρήμα αμετάβατο diminui`re, ridu`rsi, cala`re λιγόστεψαν τα αποθέματα νερού == le scorte d' acqua si sono ridotte && η πελατεία του λιγόστεψε == gli è diminuita la clientela λιγοστεύω ρήμα μεταβατικό ridu`rre,diminui`re πρέπει να λιγοστέψεις τα έξοδα == devi ridu`rre le spese permalink
Sfoglia il dizionarioΑ Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω
|
Ën piemontèis |