Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικόεγκώμιο
ουσιαστικό ουδέτερο elo`gio ~m~, enco`mio ~m~, lode ~f~ πλέκω το εγκώμίο κάποιον == tessere le lodi di qualcuno permalink
Φράσεις, ιδιωματισμοί, παραδείγματαπλέκω το εγκώμιο = tessere le lodi Sfoglia il dizionarioΑ Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω |
Ën piemontèis |