Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικόεγχάραξη
ουσιαστικό θηλυκό 1 atta`cco ~m~ 2 bulinatu`ra ~f~ 3 cesellame`nto ~m~ 4 cesellatu`ra ~f~ 5 dentellatu`ra ~f~ 6 incisio`ne ~f~ 7 intaccatu`ra ~f~ 8 inta`cco ~m~ 9 morsu`ra ~f~ 10 scolpit~m~ura ~f~ 11 stampa ~f~ permalink
Sfoglia il dizionarioΑ Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω |
Ën piemontèis |