Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικόεγχειρίζομαι
ρήμα παθητικό subire un'operazione εγχειρίζω ρήμα μεταβατικό 1 consegnare, rimettere εγχειρίζω ένα γραπτό μήνυμα == consegnare un messaggio scritto 2 medicina opera`re τον εγχείρισαν κατεπειγόντως == l'hanno operato d'urgenza εγχειρίζωομαι ρήμα παθητικό permalink
Sfoglia il dizionarioΑ Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω
|
Ën piemontèis |