Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


διακοσμημένος  
επίθετο

1 participio passato del verbo [διακοσμώ]
2 addobba`to
3 adorna`to
4 decora`to
5 orna`to

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  διακοσιοστός διακόσμηση  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---