Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


αρμός  
ουσιαστικό αρσενικό

giuntu`ra ~f~; giunzio`ne ~f~; attaccatu`ra ~f~; giuntatu`ra ~f~

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  αρμόνιο άρμοση  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---