Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


αδιάβροχο  
ουσιαστικό ουδέτερο

impermea`bile ~m~ αδιάβροχο ύφασμα==tessuto impermeabile

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  αδιάβλητος αδιαβροχοποιημένος  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---