Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόvìschio
ουσιαστικό αρσενικό Προσφορά I.P.A.: [ˈviskjo] 1 παγίδα 2 ιξόβεργα 3 ιξός permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |