Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόreticolàre
επίθετο Προσφορά I.P.A.: [retikoˈlare] Δικτυωτός reticolàre ρήμα μεταβατικό Προσφορά I.P.A.: [retikoˈlare] 1 καλύπτω με δικτύωμα 2 δικτυώνω permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |