Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόmormoraménto
ουσιαστικό αρσενικό Προσφορά I.P.A.: [mormoraˈmento] 1 μουρμούρα 2 κουτσομπολιό 3 διάδοση permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |