Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


laónde  
σύνδεσμος

Προσφορά I.P.A.: [laˈonde]

1 διό
2 επομένως
3 συνεπώς
4 άρα
5 ώστε
6 κατόπιν του οποίου


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  Laocoonte laotiano  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

lanterna (θηλ.ουσ)
lanugine (θηλ.ουσ)
lanuginoso (επίθ.)
lanuto (αρσ. επίθ και ουσ)
Laocoonte (κύρ.όν. αρσ.)
laonde (σύνδ.)
laotiano (αρσ. επίθ και ουσ)
lapalissiano (επίθ.)
laparoscopia (θηλ.ουσ)
laparotomia (θηλ.ουσ)
lapicida (ουσ αρσ )
lapidare (ρ. μτβ.)
lapidaria (θηλ.ουσ)
lapidario (ουσ αρσ )
lapidario (επίθ.)
lapidatore (ουσ αρσ )
lapidatrice (θηλ.ουσ)
lapidatura (θηλ.ουσ)
lapidazione (θηλ.ουσ)
lapide (θηλ.ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---