Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


ipotrofìa  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [ipotroˈfia]

υποανάπτυξη


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  ipotonico ipotrofico  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ipotiroideo (αρσ. επίθ και ουσ)
ipotiroidismo (ουσ αρσ )
ipotizzare (ρ. μτβ.)
ipotonia (θηλ.ουσ)
ipotonico (επίθ.)
ipotrofia (θηλ.ουσ)
ipotrofico (επίθ.)
ipovitaminosi (θηλ.ουσ)
ippica (θηλ.ουσ)
ippico (επίθ.)
ippocampo (ουσ αρσ )
ippocastano (ουσ αρσ )
Ippocrate (ουσ αρσ )
ippocratico (αρσ. επίθ και ουσ)
ippodromo (ουσ αρσ )
ippoglosso (ουσ αρσ )
ippogrifo (ουσ αρσ )
ippolito (ουσ αρσ )
ippologia (θηλ.ουσ)
ippopotamo (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---