Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόgarantìto
αρσενικό επίθετο και ουσιαστικό Προσφορά I.P.A.: [garanˈtito] 1 εγγυημένος 2 ασφαλισμένος 3 ασφαλής permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |