Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


elmintòlogo  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [elminˈtɔlogo]

ελμινθολόγος


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  elmintologico elmo  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

elminti (ουσ αρσ πληθ.)
elmintiasi (θηλ.ουσ)
elmintico (επίθ.)
elmintologia (θηλ.ουσ)
elmintologico (επίθ.)
elmintologo (ουσ αρσ )
elmo (ουσ αρσ )
elocuzione (θηλ.ουσ)
eloderma (ουσ αρσ )
elogiabile (επίθ.)
elogiare (ρ. μτβ.)
elogiativo (επίθ.)
elogiatore (αρσ. επίθ και ουσ)
elogio (ουσ αρσ )
elogista (ουσ αρσ και θηλ.)
elongazione (θηλ.ουσ)
eloquente (επίθ.)
eloquentemente (επίρ.)
eloquenza (θηλ.ουσ)
eloquio (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---