Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


disincagliàre  
ρήμα μεταβατικό

Προσφορά I.P.A.: [dizinkaʎˈʎare]

1 συνεχίζω ξανά
2 κάνω ένα πλοίο να επιπλέει
3 επιπλέω ξανά

disincagliàrsi  
ρήμα μέσο αμετάβατο

Προσφορά I.P.A.: [dizinkaʎˈʎarsi]

1 ξεφεύγω
2 συνεχίζω τη πορεία μου ξανά
3 επιπλέω ξανά


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  disimpiego disincaglio  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

disimpegnare (ρ. μτβ.)
disimpegnarsi (ρ.μ. (αντων.))
disimpegnato (επίθ.)
disimpegno (ουσ αρσ )
disimpiego (ουσ αρσ )
disincagliare (ρ. μτβ.)
disincagliarsi (ρ. μ. αμτβ.)
disincaglio (ουσ αρσ )
disincantare (ρ. μτβ.)
disincantato (επίθ.)
disincanto (ουσ αρσ )
disincarnare (ρ. μτβ.)
disincastrare (ρ. μτβ.)
disincastro (ουσ αρσ )
disincentivare (ρ. μτβ.)
disincentivo (ουσ αρσ )
disinceppare (ρ. μτβ.)
disincrociare (ρ. μτβ.)
disincrostare (ρ. μτβ.)
disincrostazione (θηλ.ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---