Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόciliègia
ουσιαστικό αρσενικό και θηλυκό Προσφορά I.P.A.: [ʧiˈljɛʤa] κεράσι ciliègia ουσιαστικό θηλυκό Προσφορά I.P.A.: [ʧiˈljɛʤa] το κεράσι permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |