Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόcacodèmone
ουσιαστικό αρσενικό Προσφορά I.P.A.: [,kakoˈdɛmone] 1 κακομοίρης 2 κακοδαίμων permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |