Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


astronàve  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [astroˈnave]

διαστημόπλοιο


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  astronautico astronavigazione  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

astrologico (επίθ.)
astrologo (ουσ αρσ )
astronauta (ουσ αρσ και θηλ.)
astronautica (θηλ.ουσ)
astronautico (επίθ.)
astronave (θηλ.ουσ)
astronavigazione (θηλ.ουσ)
astronomia (θηλ.ουσ)
astronomico (επίθ.)
astronomo (ουσ αρσ )
astroporto (ουσ αρσ )
astrospazio (ουσ αρσ )
astruseria (θηλ.ουσ)
astrusità (θηλ.ουσ)
astruso (επίθ.)
astuccio (ουσ αρσ )
astuto (αρσ. επίθ και ουσ)
astuzia (θηλ.ουσ)
atarassia (θηλ.ουσ)
atassia (θηλ.ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---