Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


antidòping  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [antiˈdɔping]

αντιντόπιγκ


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  antidolorifico antidoto  >>

Φράσεις, ιδιωματισμοί, παραδείγματα


controllo [αρσ.] antidoping = ο έλεγχος για χρήση αναβολικών ουσιών


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

antidivorzista (αρσ και θηλ. επίθ και ουσ.)
antidivorzistico (επίθ.)
antidogmatico (αρσ. επίθ και ουσ)
antidolorifico (ουσ αρσ )
antidolorifico (επίθ.)
antidoping (ουσ αρσ )
antidoto (ουσ αρσ )
antidroga (επίθ.)
antieconomico (επίθ.)
antielmintico (επίθ.)
antiemetico (ουσ αρσ )
antiemetico (επίθ.)
antiemofilico (επίθ.)
antiemofilitico (ουσ αρσ )
antiemorragico (ουσ αρσ )
antiemorragico (επίθ.)
antieroe (ουσ αρσ )
antieroico (επίθ.)
antieuropeista (αρσ και θηλ. επίθ και ουσ.)
antieuropeistico (αρσ. επίθ και ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---