Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


πετρώνω
ρήμα μεταβατικό και αμετάβατο

1 impetrare
2 impietrare
3 impietrarsi
4 impietrire
5 impietrirsi
6 mineralizzare (vt)

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  πετρωμένος πέτσα  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---