GrecoItaliano


Αποσαφήνιση

Η αναζήτηση σας έδωσε περισσότερα αποτελέσματα:

κάλος
ουσιαστικό αρσενικό

κάλος s m callo μoυ πάτησε του κάλο == mi ha pestato i calli

permalink



Sfoglia il dizionario




{{ID:KALOS200}}
---CACHE---