Ελληνοιταλικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικόεπιτυχαίνω
ρήμα αμετάβατο riusci`re, ave`re succe`sso / fortu`na, afferma`rsi θέλει θάρρoς για να επιτύχεις στη ζωή == per riuscire nella vita ci vuole coraggio | το πείραμα επέτυχε == l'esperimento è riuscito επιτυχαίνω ρήμα μεταβατικό 1 incontra`re, imba`ttersi επέτυχα έναν παλιό φίλο στο δρόμο == mi sono imbattuto per strada in un vecchio amico 2 colpi`re, azzecca`re η σφαίρα τον επέτυχε στο στήθoς == la pallottola lo colpì al petto | τον πέτυχε μόνο με το δεύτερο χτύπημα == l'ha azzeccato solo col secondo colpo 3 raggiu`ngere επέτυχε το σκoπό του == ha raggiunto il suo scopo permalink
Sfoglia il dizionarioΑ Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω
|
Ën piemontèis |