GrecoItaliano


αραποσίτι  
ουσιαστικό ουδέτερο

botanica mais ~m~; granotu`rco ~m~

αραβοσίτι
ουσιαστικό ουδέτερο

variante di [αραποσίτι ^-ιού, το^]

αραβόσιτος
ουσιαστικό αρσενικό

variante di [αραποσίτι ^-ιού, το^]

permalink



Sfoglia il dizionario




{{ID:ARAPOSITI100}}
---CACHE---