Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόstaccaménto
ουσιαστικό αρσενικό Προσφορά I.P.A.: [stakkaˈmento] 1 ξεκόλλημα 2 αποκόλληση 3 απόσπαση 4 αποσύνδεση permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |