Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


possibilità  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [possibiliˈta]

1 (probabilità) η πιθανότητα
2 (economica) η δυνατότητα


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  possibilistico possibilmente  >>

Φράσεις, ιδιωματισμοί, παραδείγματα


nella remota possibilità che... = αν παρ' ελπίδα


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

possibile (ουσ αρσ )
possibile (επίθ.)
possibilismo (ουσ αρσ )
possibilista (αρσ και θηλ. επίθ και ουσ.)
possibilistico (επίθ.)
possibilità (θηλ.ουσ)
possibilmente (επίρ.)
possidente (ουσ αρσ και θηλ.)
posta (θηλ.ουσ)
postagiro (ουσ αρσ )
postale (επίθ.)
postare (ρ. μτβ.)
postarsi (ρ.μ. (αντων.))
postazione (θηλ.ουσ)
postbellico (επίθ.)
postbruciatore (ουσ αρσ )
postcombustione (θηλ.ουσ)
postcombustore (ουσ αρσ )
postconciliare (επίθ.)
postdatare (ρ. μτβ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---