Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόnilòtico
αρσενικό επίθετο και ουσιαστικό Προσφορά I.P.A.: [niˈlɔtiko] ο του Νείλου permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |