Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


mitòmane  
ουσιαστικό αρσενικό και θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [miˈtɔmane]

μυθομανής άνθρωπος

mitòmane  
επίθετο

Προσφορά I.P.A.: [miˈtɔmane]

Μυθομανής


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  mitologo mitomania  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

mitografia (θηλ.ουσ)
mitografo (ουσ αρσ )
mitologia (θηλ.ουσ)
mitologico (επίθ.)
mitologo (ουσ αρσ )
mitomane (ουσ αρσ και θηλ.)
mitomane (επίθ.)
mitomania (θηλ.ουσ)
mitosi (θηλ.ουσ)
mitotico (επίθ.)
mitra (ουσ αρσ )
mitra (θηλ.ουσ)
mitraglia (θηλ.ουσ)
mitragliamento (ουσ αρσ )
mitragliare (ρ. μτβ.)
mitragliata (θηλ.ουσ)
mitragliatore (αρσ. επίθ και ουσ)
mitragliatrice (θηλ.ουσ)
mitragliera (θηλ.ουσ)
mitragliere (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---