Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


mi  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [ˈmi]

musica το μι

mi  
ουσιαστικό αρσενικό και θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [ˈmi]

το γράμμα μι

mi  
προσωπική αντωνυμία

Προσφορά I.P.A.: [ˈmi]

1 (oggetto) με
2 (dativo) μου


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  mezzuccio miagolamento  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

mezzosangue (ουσ αρσ και θηλ.)
mezzoservizio (ουσ αρσ )
mezzosoprano (ουσ αρσ )
mezzotitolo (ουσ αρσ )
mezzuccio (ουσ αρσ )
mi (ουσ αρσ )
mi (ουσ αρσ και θηλ.)
mi (προσωπ. αντων.)
miagolamento (ουσ αρσ )
miagolare (ρ.αμτβ.)
miagolata (θηλ.ουσ)
miagolatore (ουσ αρσ )
miagolio (ουσ αρσ )
miagolone (ουσ αρσ )
mialgia (θηλ.ουσ)
mialgico (επίθ.)
miao (ονοματ.)
miasma (ουσ αρσ )
miasmatico (επίθ.)
miastenia (θηλ.ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---