Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


mésso  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [ˈmesso]

1 μηνύτωρ
2 μαντατοφόρος
3 επίσημος απεσταλμένος
4 απεσταλμένος
5 εξάγγελος
6 αγγελιοφόρος
7 αγγελιαφόρος
8 διάγγελος
9 διαγγελέας


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  messinscena mestamente  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

messicano (ουσ αρσ )
messicano (επίθ.)
Messico (ουσ αρσ )
messidoro (ουσ αρσ )
messinscena (θηλ.ουσ)
messo (ουσ αρσ )
mestamente (επίρ.)
mestare (ρ.αμτβ.)
mestare (ρ. μτβ.)
mestatoio (ουσ αρσ )
mestatore (ουσ αρσ )
mestica (θηλ.ουσ)
mesticare (ρ. μτβ.)
mesticheria (θηλ.ουσ)
mestichino (ουσ αρσ )
mestierante (αρσ και θηλ. επίθ και ουσ.)
mestiere (ουσ αρσ )
mestizia (θηλ.ουσ)
mesto (επίθ.)
mestola (θηλ.ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---