Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόlusingatóre
ουσιαστικό αρσενικό Προσφορά I.P.A.: [lusingaˈtore] 1 γλείφτης 2 κόλακας lusingatóre επίθετο Προσφορά I.P.A.: [lusingaˈtore] κολακευτικός permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |