Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


elàstico  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [eˈlastiko]

το λάστιχο

elàstico  
επίθετο

Προσφορά I.P.A.: [eˈlastiko]

ελαστιχός (-ή, -ό)


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  elasticizzato elastomero  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

elaborazione (θηλ.ουσ)
elargire (ρ. μτβ.)
elargizione (θηλ.ουσ)
elasticità (θηλ.ουσ)
elasticizzato (επίθ.)
elastico (ουσ αρσ )
elastico (επίθ.)
elastomero (ουσ αρσ )
elaterio (ουσ αρσ )
elce (ουσ αρσ και θηλ.)
eldorado (ουσ αρσ )
eleatico (αρσ. επίθ και ουσ)
eleatismo (ουσ αρσ )
electron (ουσ αρσ )
elefante (ουσ αρσ )
elefantesco (επίθ.)
elefantessa (θηλ.ουσ)
elefantiaco (επίθ.)
elefantiasi (θηλ.ουσ)
elegante (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---