Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


drapperìa  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [drappeˈria]

1 κατάστημα με κουρτίνες κλπ
2 απόθεμα σε κουρτίνες
3 κουρτίνα


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  drappello drappo  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

drammaturgo (ουσ αρσ )
drappeggiare (ρ. μτβ.)
drappeggio (ουσ αρσ )
drappella (θηλ.ουσ)
drappello (ουσ αρσ )
drapperia (θηλ.ουσ)
drappo (ουσ αρσ )
drastico (επίθ.)
drenaggio (ουσ αρσ )
drenare (ρ. μτβ.)
dressage (ουσ αρσ )
driade (θηλ.ουσ)
dribblaggio (ουσ αρσ )
dribblare (ρ. μτβ.)
dribblatore (ουσ αρσ )
drillo (ουσ αρσ )
drink (ουσ αρσ )
dritta (θηλ.ουσ)
dritto (ουσ αρσ )
dritto (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---