Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


dozzinànte  
ουσιαστικό αρσενικό και θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [doddziˈnante]

οικότροφος


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  dozzinalmente dracma  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

dovuto (επίθ.)
dozzina (θηλ.ουσ)
dozzinale (επίθ.)
dozzinalità (θηλ.ουσ)
dozzinalmente (επίρ.)
dozzinante (ουσ αρσ και θηλ.)
dracma (θηλ.ουσ)
draconiano (επίθ.)
draga (θηλ.ουσ)
dragaggio (ουσ αρσ )
dragamine (ουσ αρσ )
dragare (ρ. μτβ.)
draghista (ουσ αρσ και θηλ.)
draglia (θηλ.ουσ)
drago (ουσ αρσ )
dragomanno (ουσ αρσ )
dragoncello (ουσ αρσ )
dragone (ουσ αρσ )
dramma (ουσ αρσ )
drammatica (θηλ.ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---