Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


dràgo  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [ˈdrago]

δράκος


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  draglia dragomanno  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

dragaggio (ουσ αρσ )
dragamine (ουσ αρσ )
dragare (ρ. μτβ.)
draghista (ουσ αρσ και θηλ.)
draglia (θηλ.ουσ)
drago (ουσ αρσ )
dragomanno (ουσ αρσ )
dragoncello (ουσ αρσ )
dragone (ουσ αρσ )
dramma (ουσ αρσ )
drammatica (θηλ.ουσ)
drammaticità (θηλ.ουσ)
drammatico (επίθ.)
drammatizzare (ρ. μτβ.)
drammatizzazione (θηλ.ουσ)
drammaturgia (θηλ.ουσ)
drammaturgo (ουσ αρσ )
drappeggiare (ρ. μτβ.)
drappeggio (ουσ αρσ )
drappella (θηλ.ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---