Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


drammàtico  
επίθετο

Προσφορά I.P.A.: [dramˈmatiko]

δραματικός (-ή, -ό)


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  drammaticità drammatizzare  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

dragoncello (ουσ αρσ )
dragone (ουσ αρσ )
dramma (ουσ αρσ )
drammatica (θηλ.ουσ)
drammaticità (θηλ.ουσ)
drammatico (επίθ.)
drammatizzare (ρ. μτβ.)
drammatizzazione (θηλ.ουσ)
drammaturgia (θηλ.ουσ)
drammaturgo (ουσ αρσ )
drappeggiare (ρ. μτβ.)
drappeggio (ουσ αρσ )
drappella (θηλ.ουσ)
drappello (ουσ αρσ )
drapperia (θηλ.ουσ)
drappo (ουσ αρσ )
drastico (επίθ.)
drenaggio (ουσ αρσ )
drenare (ρ. μτβ.)
dressage (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---