Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


condrìna  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [konˈdrina]

Χονδρίνη


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  condotto condrioma  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

condor (ουσ αρσ )
condotta (θηλ.ουσ)
condottiero (ουσ αρσ )
condotto (ουσ αρσ )
condotto (επίθ.)
condrina (θηλ.ουσ)
condrioma (ουσ αρσ )
condrite (θηλ.ουσ)
condroma (ουσ αρσ )
conducente (αρσ και θηλ. επίθ και ουσ.)
conducibile (επίθ.)
conducibilità (θηλ.ουσ)
condurre (ρ.αμτβ.)
condurre (ρ. μτβ.)
condursi (ρ.μ. (αντων.))
conduttanza (θηλ.ουσ)
conduttività (θηλ.ουσ)
conduttivo (επίθ.)
conduttometria (θηλ.ουσ)
conduttometro (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---