Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόcoercibilità
ουσιαστικό θηλυκό Προσφορά I.P.A.: [koerʧibiliˈta] 1 συμπιεστότητα 2 ιδιότητα του εξαναγκάσιμου permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |