Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόcobelligerànza
ουσιαστικό θηλυκό Προσφορά I.P.A.: [kobelliʤeˈrantsa] 1 συμμαχία 2 σύναψη συμμαχίας με γειτονική χώρα permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |